
Ελληνιστική ονομάζεται η ιστορική περίοδος που ξεκινάει από την ενθρόνιση του Αλέξανδρου στο θρόνο του Μακεδονικού βασιλείου το 330 π.Χ., και διαρκεί μέχρι την ίδρυση της Ρωμαικής αυτοκρατορίας το 30 π.Χ. Κατά τη διάρκεια των 300 αυτών χρόνων η περίκλειστη Ελλάδα των κλασσικών χρόνων μετατράπηκε στον κυρίαρχο του τότε γνωστού κόσμου, με πρώτη και σημαντική συνέπεια την επιμειξία του ελληνικού πολιτισμού με την κουλτούρα των ανατολικών λαών.
Τα κοσμήματα αυτής της ενότητας αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης ενότητας που είναι τα αρχαιοελληνικά κοσμήματα.
Στη Βόρεια Ελλάδα παρατηρείται από την αρχαϊκή περίοδο µια ξαφνική άνθηση στην τέχνη του κοσμήματος . Από τα κτερίσματα της Νεκρόπολη Σίνδου, κοντά στη Θεσσαλονίκη, προέρχονται θαυμαστά δείγματα της µακεδονικής χρυσοχοϊας που χρονολογούνται στο 2ο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα. Χρυσά ταινιωτά ενώτια, µε συρµατερή δαντελωτή διακόσμηση, γνωστά ήδη από τους τάφους της Χαλκιδικής, χρυσά περιδέραια και επιστήθια κοσμήματα, ραβδόσχημα ελάσματα που κάλυπταν το στόμα του νεκρού µε έκτυπη φυτική διακόσμηση, ξαφνιάζουν µε τη λεπτότητα της εργασίας τους.
Γεωμετρική ονομάζεται η τέχνη που αναπτύχθηκε από τα τέλη του 11ου έως τον 8ο αι. π.X. και αντιπροσωπεύεται από θαυμάσια έργα χαλκοτεχνίας. Η γένεση των Ομηρικών Επών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την τέχνη. Στη μικροπλαστική δεσπόζει ο ιδεώδης τύπος του ήρωα-πολεμιστή, ο ηνίοχος και το άλογο, σύμβολα ισχύος κοινωνικής και πολιτικής. Τα έργα, αρκετά άτεχνα στην αρχή, χαρακτηρίζονται από αυστηρότητα, λιτότητα, τεκτονικότητα, σχηματικότητα και καθαρά περιγράμματα. Με την πάροδο του χρόνου η εξέλιξη της τέχνης έχει ως αποτέλεσμα την απόδοση της ιδιότητας των μορφών και συχνά τη διάκριση διαφορετικών τεχνοτροπιών και εργαστηρίων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά το καθένα (κορινθιακό, αργειακό, λακωνικό, αττικό κ.ά.).
Το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα είναι οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του.
Επί πολλούς αιώνες οι άνθρωποι πίστευαν ότι το επίθετο πολύχρυσες ήταν απλώς καλλωπιστικό. Μέχρι που ο Ερρίκος Σλήμαν με το πείσμα που τον διέκρινε ανακάλυψε σε λακκοείδείς τάφους στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, αμύθητους θησαυρούς από χρυσά κοσμήματα και έδωσε στο επίθετο “Πολύχρυσες” το πραγματικό του περιεχόμενο. Πολλά από τα κοσμήματα που βρέθηκαν στους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών φιλοξενούνται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
Ο Μινωικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στην Κρήτη από το 3000 π.Χ. μέχρι το 1400 π.Χ. Κατά την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. αναδείχθηκε σε έναν από τους πιό λαμπρούς πολιτισμούς της προιστορικής εποχής. Ήδη από το 2400 π.Χ. έχουμε τα πρώτα δείγματα της εξαιρετικής μινωικής κοσμηματοποιίας. Οι μινωίτες, δεινοί θαλασσοπόροι και έμποροι είχαν επαφές με όλους τους πολιτισμένους λαούς της εποχής, Αιγύπτιους Σουμέριους, Χετταίους, Κυκλαδίτες, Μυκηναίους. Ο χρυσός που χρησιμοποιούσαν για τα κοσμήματά τους όπως και τα υπόλοιπα υλικά, (ελεφαντόδοντο, πολύτιμες πέτρες κ.λπ.) εισάγονταν στην Κρήτη από άλλες περιοχές.
Κόσμημα ονομάζεται κάθε στολίδι για οποιοδήποτε λόγο και αν χρησιμοποιείται αυτό και είναι από τους πρώτους τομείς της λαϊκής χειροτεχνίας.
Από τους προϊστορικούς χρόνους, ο άνθρωπος συγκινήθηκε από τα αγαθά της φύσης που τον περιέβαλε και διάλεξε μερικά από αυτά για να τα κάνει στολίδια του. Τέτοια στολίδια ήταν τα περιδέραια και τα δαχτυλίδια από κοχύλια, όμορφες θαλασσινές πέτρες, κόκαλα κ.ά.
Υπήρχε η εντύπωση σε αυτά τα πρώτα χρόνια ότι τα στολίδια είναι μέσο δύναμης, επιβολής, δημιουργίας, εκτίμησης από τους άλλους.
Τα πρώτα κοσμήματα που φόρεσε ο άνθρωπος χάνονται στο βάθος της προϊστορίας του και είναι αδύνατο να ανιχνευτούν. Κατασκευάστηκαν είτε σαν έμφυτη επιθυμία καλλωπισμού για την προσέλκυση του άλλου φύλλου είτε σαν φυλακτά. Πάντως λειτούργησε ως μαγικό μέσο για την προσέλκυση ευνοϊκών δυνάμεων.
© Copyright 2026 kosmima4all.gr 2019-2020 by Victoria