Σε αντίθεση με την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας κατά την οποία παρατηρείται γενική σπανιότητα μετάλλων, ο Μυκηναϊκός πολιτισμός της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, που αναπτύχθηκε την περίοδο 1600-1100 π.Χ., κυρίως στην κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα, συνδέεται με ένα πλήθος μεταλλικών αντικειμένων, τα οποία βρίσκονται συνήθως σε ταφικά σύνολα. Από μέταλλο οι Μυκηναίοι κατασκεύαζαν κοσμήματα, αγγεία, εργαλεία και όπλα. Για την κατασκευή των εργαλείων, των όπλων και των αγγείων χρησιμοποιούνταν κατά βάση ο ορείχαλκος, ενώ για την κατασκευή κοσμημάτων ο χρυσός, ο άργυρος, το ήλεκτρο και το νίελλο. Η μαζική παραγωγή των μετάλλινων αντικειμένων είχε μεγάλη σημασία για την οικονομία και την άμυνα, έτσι η αναζήτηση των μετάλλων ήταν εκείνη που έφερε τους Μυκηναίους στους μακρινούς εμπορικούς δρόμους του Βορρά και της Ανατολής. Το σημαντικότερο μετάλλευμα, ο χαλκός, προμηθευόταν υπό μορφή ταλάντων από τα μεταλλεία της Κύπρου.
Ο χρυσός δηλώνεται στα μυκηναϊκά κείμενα με ένα ιδεόγραμμα ή με τη λέξη ku-ru-so και οι τεχνίτες του ονομάζονταν ku-ru-so-wo-ko δηλαδή χρυσουργοί. Εκτός από τα κτερίσματα αναφορές περί χρυσού έχουμε στα κείμενα των πινακίδων. Σε έναν κατάλογο της Πύλου παραδίδεται ότι οι υψηλοί αξιωματούχοι του κράτους πλήρωναν στο ανάκτορο μια έκτακτη εισφορά σε χρυσό. Δε γνωρίζουμε ακριβώς τη μορφή με την οποία αποδίδονταν οι εισφορές αυτές. Ίσως ήταν ανεπεξέργαστος χρυσός σε ράβδους ή το βάρος των κοσμημάτων των αξιωματούχων. Ίσως όμως οι ποσότητες αυτές να αντιπροσώπευαν το σύνολο του χρυσού που υπήρχε στα ιερά που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία των αξιωματούχων.

Ο πολιτισμός των Μυκηναίων ενσωμάτωσε και εξέλιξε τις κατακτήσεις του Μινωικού πολιτισμού. Στην κοσμηματοποιία οι τεχνικές που γνώριζαν οι Μινωίτες ήταν γνωστές και στους τεχνίτες των Μυκηνών. Στην περίοδο της ακμής της Μυκηναικής κοσμηματοποιίας (14ος αιώνας) χρησιμοποιούνται και ΝΕΕΣ τεχνικές που ανεβάζουν ακόμη περισσότερο το επίπεδο της μεταλλουργίας, όπως η διάτρηση, η χάραξη, το περίκλειστο σμάλτο και η ένθεση (νιέλλο). Οι τεχνίτες συχνά σφυρηλατούσαν τα ελάσματα πάνω σε καλούπια για επιτάχυνση της εργασίας. Ένα εξαιρετικό δείγμα της μυκηναϊκής τέχνης, που φανερώνει τη σύνδεση του χρυσού με την ηγετική τάξη της Μυκηναϊκής Ελλάδας, αποτελούν οι χρυσές προσωπίδες των βασιλικών νεκρών από τους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών.
Το πιο εμβληματικό έργο μυκηναίων χρυσουργών είναι η μάσκα του Αγαμέμνονα, που έχει γίνει με την τεχνική ρεπουσσέ.
Τα γνωστότερα κοσμήματα της πρώιμης Μυκηναϊκής Εποχής (16ος αιώνας π.χ.) προέρχονται, μαζί µε άλλα πολύτιμα αντικείμενα και σύμβολα εξουσίας, από τους δύο Ταφικούς Κύκλους των Μυκηνών. Είναι κυρίως έργα μυκηναϊκά, υπάρχουν όμως και μερικά μινωικά, όπως η περίφημη ασημένια περόνη µε κεφαλή από χρυσό περίτμητο έλασμα σε μορφή γυναίκας που κρατάει φυτικό σύμβολο. Ανάμεσα στο πλήθος των κοσμημάτων ξεχωρίζουν διαδήματα από λεπτό χρυσό έλασμα, µε έκτυπη διακόσμηση, χρυσά περίτμητα ελάσματα σε διάφορα σχέδια, χρυσά δισκάρια, που στόλιζαν πολυτελή ενδύματα, περίτεχνες περόνες, ενώτια περιβραχιόνια και χρυσά δαχτυλίδια - σφραγίδες. Κατά την προχωρημένη Μυκηναϊκή Εποχή ο κύριος τύπος κοσμήματος ήταν τα περιδέραια µε ανάγλυφες χάντρες και τα περίαπτα. Οι χάντρες έχουν διάφορα σχήματα, κυρίως σχηματοποιημένα φυτικά και θαλασσινά θέματα δανεισμένα από τη µμινωική εικονογραφία. Τα περίαπτα έχουν σχήματα ανθρώπινης μορφής ζώων, πουλιών ή φυτικών θεμάτων. Οι χρυσές χάντρες και τα περίαπτα κατασκευάζονταν από λεπτά ελάσματα µε σφυρηλάτηση επάνω σε ειδικές μήτρες. Τα ενώτια δεν πρέπει να ήταν αρκετά διαδεδομένα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, αν και έχουν βρεθεί μερικά ωραία δείγματα στην Κρήτη και την Αργολίδα. Πιο συχνά ήταν τα χρυσά δαχτυλίδια µε ελλειψοειδή, συνήθως, σφενδόνη, τοποθετημένη σε ορθή γωνία επάνω στον κρίκο. Η σφενδόνη είχε συχνά ένθεση από ημιπολύτιμους λίθους ή υαλόµαζα, ενώ άλλοτε, µαζί µε τον κρίκο, έφερε διακόσμηση κατά την κοκκιδωτή, την περίκλειστη ή τη συρµατερή τεχνική. Άλλοι περίτεχνοι τύποι χρυσών δαχτυλιδιών είχαν σφενδόνες µε έγγλυφες σύνθετες παραστάσεις και χρησίμευαν ως σφραγίδες υψηλών προσώπων.
Αργότερα, όταν ο χρυσός γίνεται σπάνιος και δυσεύρετος, αλλά και για μεγαλύτερη παραγωγή, χρησιμοποιούνται συχνότερα η γαλάζια και η λευκή υαλόµαζα, καθώς και η φαγεντιανή, για την κατασκευή χαντρών και περιάπτων µε χύτευση σε λίθινες μήτρες. Χάντρες διαφόρων σχημάτων κατασκευάζονταν επίσης από ημιπολύτιμους λίθους, όπως σάρδιο, αµέθυστο, αχάτη κ.ά.
Μεταξύ του 15ου και 14ου αιώνα. π.Χ., οπότε η Μυκηναϊκή κυριαρχία εδραιώνεται στο Αιγαίο, παρατηρείται αύξηση της παραγωγής κοσμημάτων µε την ανάπτυξη εκλεπτυσμένων τεχνικών, όπως της περίκλειστης και της διάτρητης, εκτός από την κοκκίδωση και τη συρµατοτεχνική που ήταν γνωστές από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.
Σπουδαία εργαστήρια χρυσοχοΐας και κοσµηµατοποιίας υπήρχαν στην Κνωσό και την Αργολίδα, όπου κατασκευάζονταν ωραιότατα κοσμήματα που συνδύαζαν τα νέα μυκηναϊκά στοιχεία µε τη μινωική παράδοση.

Από πολύτιμα μέταλλα κατασκευάζονταν και αγγεία, τα πρωϊμότερα από τα οποία έχουν βρεθεί στους βασιλικούς περιβόλους των Μυκηνών. Τα αγγεία από πολύτιμα μέταλλα ήταν ιδιόμορφα σπονδικά ρυτά και κύπελλα διάφορων σχημάτων που είτε πλησίαζαν μινωικά πρότυπα είτε ακολουθούσαν την τρέχουσα εξέλιξη της μυκηναϊκής κεραμικής. Συχνά συνδυάζονταν διαφορετικά μέταλλα για να δημιουργήσουν ένα πολύχρωμο αισθητικό αποτέλεσμα.
ΠΗΓΗ: Καίτη Δηµακοπούλου, Προϊστορικές δηµιουργίες, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Κόμβος Ελληνικής Ιστορίας, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού










